Греческий словарь
с грамматикой

αισθάνομαι

[esˈθanomai]глаголA2

Значения

1
чувствовать, ощущать
to feel, to sense · αισθάνομαι πόνο — чувствую боль
2
испытывать эмоцию; иметь впечатление
to experience an emotion; to have an impression · αισθάνομαι χαρά — испытываю радость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αισθάνομαι
εσύ
αισθάνεσαι
αυτός
αισθάνεται
εμείς
αισθανόμαστε
εσείς
αισθάνεστε
αυτοί
αισθάνονται
Аорист
εγώ
αισθάνθηκα
εσύ
αισθάνθηκες
αυτός
αισθάνθηκε
εμείς
αισθανθήκαμε
εσείς
αισθανθήκατε
αυτοί
αισθάνθηκαν
Будущее
εγώ
θα αισθανθώ
εσύ
θα αισθανθείς
αυτός
θα αισθανθεί
εμείς
θα αισθανθούμε
εσείς
θα αισθανθείτε
αυτοί
θα αισθανθούν

Примеры

Αισθάνομαι κρύο στο δωμάτιο.
В комнате мне холодно. · I feel cold in the room.
Αισθάνθηκες ποτέ τόσο χαρούμενος;
Ты когда-нибудь чувствовал себя так счастливо? · Have you ever felt so happy?
Αισθανόμαστε ότι κάτι δεν είναι σωστό.
Нам кажется, что что-то не так. · We have a feeling that something is wrong.
Θα αισθανθεί ανακούφιση μετά το τέλος των εξετάσεων.
После экзаменов ему будет облегчение. · He will feel relief after the exams are over.