Греческий словарь
с грамматикой

αιματώνω

[emaˈtono]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
окрашивать в кровь, делать кровавым
to stain with blood, to make bloody · αιματώνω τα χέρια μου — пачкаю руки кровью
2
омрачать, наполнять печалью (переносное значение)
to darken, to fill with sorrow (figurative) · αιματώνω τη ζωή του — омрачаю его жизнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αιματώνω
εσύ
αιματώνεις
αυτός
αιματώνει
εμείς
αιματώνουμε
εσείς
αιματώνετε
αυτοί
αιματώνουν
Аорист
εγώ
αιμάτωσα
εσύ
αιμάτωσες
αυτός
αιμάτωσε
εμείς
αιματώσαμε
εσείς
αιματώσατε
αυτοί
αιμάτωσαν
Будущее
εγώ
θα αιματώσω
εσύ
θα αιματώσεις
αυτός
θα αιματώσει
εμείς
θα αιματώσουμε
εσείς
θα αιματώσετε
αυτοί
θα αιματώσουν

Примеры

Η μάχη αιμάτωσε το πεδίο.
Битва окрасила поле в кровь. · The battle stained the field with blood.
Αυτή η απόφαση αιματώνει τη συνείδησή του.
Это решение омрачает его совесть. · That decision weighs heavily on his conscience.
Οι δύο φίλοι δεν αιματώνονταν ποτέ τις σχέσεις τους.
Два друга никогда не омрачали свои отношения. · The two friends never allowed anything to poison their relationship.