αιματοχυσία
[eˌmato xusiˈa]существительноеη · женский родC1
Значения
1
кровопролитие, пролитие крови
bloodshed, effusion of blood · σκηνή αιματοχυσίας — сцена кровопролития
2
насилие, жестокость (переносное)
violence, brutality (figurative) · αιματοχυσία και αδικία — насилие и несправедливость
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αιματοχυσία
вин.
την αιματοχυσία
род.
της αιματοχυσίας
зват.
αιματοχυσία
Мн. ч.
им.
οι αιματοχυσίες
вин.
τις αιματοχυσίες
род.
των αιματοχυσιών
зват.
αιματοχυσίες
Примеры
Η πόλη γνώρισε αιματοχυσία κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Город пережил кровопролитие во время войны. · The city witnessed bloodshed during the war.
Αντιτάσσεται σε κάθε μορφή αιματοχυσίας και βίας.
Он выступает против любого кровопролития и насилия. · He opposes all forms of bloodshed and violence.
Το ιστορικό κείμενο περιγράφει τις αιματοχυσίες του εμφυλίου.
Исторический текст описывает кровопролития гражданской войны. · The historical text describes the bloodshed of the civil war.