Греческий словарь
с грамматикой

αιθιγμός

[eθiˈɣmos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
касание, прикосновение
touch, contact · ο αιθιγμός του δέρματος — прикосновение к коже
2
ощущение, чувство
sensation, feeling · αιθιγμός ζέστης — чувство тепла

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αιθιγμός
вин.
τον αιθιγμό
род.
του αιθιγμού
зват.
αιθιγμέ
Мн. ч.
им.
οι αιθιγμοί
вин.
τους αιθιγμούς
род.
των αιθιγμών
зват.
αιθιγμοί

Примеры

Ο αιθιγμός του χεριού του με συγκίνησε.
Его прикосновение тронуло меня. · His touch moved me.
Δεν περιέγραψε καλά τον αιθιγμό του πόνου.
Он плохо описал ощущение боли. · He poorly described the sensation of pain.
Οι αιθιγμοί μας συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο.
Наши прикосновения встретились на мгновение. · Our touches met for a second.