αιγυπτιακός
[eˈʝiptjaˌkos]прилагательноеB1
Значения
1
египетский
Egyptian · αιγυπτιακή τέχνη — египетское искусство
Грамматика
мужской род
им.
αιγυπτιακός
вин.
αιγυπτιακό
род.
αιγυπτιακού
зват.
αιγυπτιακέ
женский род
им.
αιγυπτιακή
вин.
αιγυπτιακή
род.
αιγυπτιακής
зват.
αιγυπτιακή
средний род
им.
αιγυπτιακό
вин.
αιγυπτιακό
род.
αιγυπτιακού
зват.
αιγυπτιακό
Примеры
Το αιγυπτιακό μουσείο είναι πολύ σημαντικό.
Египетский музей очень важен. · The Egyptian museum is very important.
Οι αιγυπτιακές πυραμίδες είναι αρχαίες.
Египетские пирамиды древние. · The Egyptian pyramids are ancient.
Μελέτησα την αιγυπτιακή ιστορία και τον πολιτισμό.
Я изучал египетскую историю и культуру. · I studied Egyptian history and culture.
Αυτή η αιγυπτιακή τέχνη μας ενδιαφέρει πολύ.
Это египетское искусство нас очень интересует. · This Egyptian art interests us greatly.