Греческий словарь
с грамматикой

αθωώνω

[aˈθoˌo.no]глаголB2

Значения

1
оправдать, объявить невиновным
to acquit, to declare not guilty · αθωώνω κάποιον στο δικαστήριο — оправдать кого-то в суде
2
оправдать, освободить от обвинения
to exonerate, to clear of blame · αθωώνω κάποιον από κατηγορία — оправдать кого-то от обвинения

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αθωώνω
εσύ
αθωώνεις
αυτός
αθωώνει
εμείς
αθωώνουμε
εσείς
αθωώνετε
αυτοί
αθωώνουν
Аорист
εγώ
αθώωσα
εσύ
αθώωσες
αυτός
αθώωσε
εμείς
αθωώσαμε
εσείς
αθωώσατε
αυτοί
αθώωσαν
Будущее
εγώ
θα αθωώσω
εσύ
θα αθωώσεις
αυτός
θα αθωώσει
εμείς
θα αθωώσουμε
εσείς
θα αθωώσετε
αυτοί
θα αθωώσουν

Примеры

Το δικαστήριο αθώωσε τον κατηγορούμενο.
Суд оправдал подсудимого. · The court acquitted the defendant.
Η αστυνομία αθώωσε τον ύποπτο μετά την έρευνα.
Полиция освободила подозреваемого от обвинения после расследования. · The police cleared the suspect after investigation.
Θα αθωώσουν τον κατηγορούμενο αν δεν υπάρξουν στοιχεία.
Они оправдают подсудимого, если не появятся доказательства. · They will acquit the defendant if no evidence emerges.