αθωότητα
[aθoˈota]существительноеη · женский родB2
Значения
1
невиновность, отсутствие вины
innocence, the state of being not guilty · αθωότητα από κατηγορία — невиновность в отношении обвинения
2
наивность, простодушие
naivety, artlessness, simplicity · αθωότητα παιδιού — детская наивность
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αθωότητα
вин.
την αθωότητα
род.
της αθωότητας
зват.
αθωότητα
Мн. ч.
им.
οι αθωότητες
вин.
τις αθωότητες
род.
των αθωοτήτων
зват.
αθωότητες
Примеры
Η αθωότητά του αποδείχθηκε στο δικαστήριο.
Его невиновность была доказана в суде. · His innocence was proved in court.
Με αθωότητα παιδιού, πίστευε κάθε λέξη που ακούγε.
С детской наивностью он верил каждому слову. · With childlike naivety, he believed every word he heard.
Η αθωότητα του υπόπτου ήταν ολοφάνερη.
Невиновность подозреваемого была совершенно очевидна. · The suspect's innocence was blatantly obvious.