αθλητής
[aθliˈtis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
спортсмен, атлет
athlete, sportsman · ο αθλητής τρέχει γρήγορα — спортсмен быстро бежит
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αθλητής
вин.
τον αθλητή
род.
του αθλητή
зват.
αθλητή
Мн. ч.
им.
οι αθλητές
вин.
τους αθλητές
род.
των αθλητών
зват.
αθλητές
Примеры
Ο αθλητής κέρδισε το χρυσό μετάλλιο.
Спортсмен выиграл золотую медаль. · The athlete won the gold medal.
Οι αθλητές προπονούνται κάθε μέρα.
Спортсмены тренируются каждый день. · The athletes train every day.
Ο αθλητή του σχολείου μας είναι πολύ δυνατός.
Наш школьный спортсмен очень сильный. · Our school's athlete is very strong.