αθανατίζω
[aθanaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
увековечивать, делать бессмертным
to immortalize, to make immortal · αθανατίζει το όνομά του στην ιστορία — увековечивает своё имя в истории
2
сохранять в памяти, прославлять
to preserve in memory, to immortalize through fame · αθανατίζει τον καλλιτέχνη στη λογοτεχνία — прославляет художника в литературе
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αθανατίζω
εσύ
αθανατίζεις
αυτός
αθανατίζει
εμείς
αθανατίζουμε
εσείς
αθανατίζετε
αυτοί
αθανατίζουν
Аорист
εγώ
αθανάτισα
εσύ
αθανάτισες
αυτός
αθανάτισε
εμείς
αθανατίσαμε
εσείς
αθανατίσατε
αυτοί
αθανάτισαν
Будущее
εγώ
θα αθανατίσω
εσύ
θα αθανατίσεις
αυτός
θα αθανατίσει
εμείς
θα αθανατίσουμε
εσείς
θα αθανατίσετε
αυτοί
θα αθανατίσουν
Примеры
Ο ποιητής αθανατίζει τη δοκιμασία του λαού.
Поэт увековечивает испытания народа. · The poet immortalizes the people's suffering.
Αυτές οι εικόνες αθανάτισαν τα πιο σημαντικά γεγονότα της εποχής.
Эти фотографии сохранили в памяти самые важные события эпохи. · These photographs preserved the era's most important events in memory.
Θα αθανατίσουν το όνομά του σε κάθε σχολείο της χώρας.
Они будут прославлять его имя в каждой школе страны. · They will immortalize his name in every school in the country.