Греческий словарь
с грамматикой

αηδιάζω

[aɪˈðʝazo]глаголB1

Значения

1
испытывать отвращение, чувствовать тошноту
to feel disgusted, to feel nauseous · με αηδιάζει αυτή η σκέψη — мне противна эта мысль
2
вызывать отвращение, быть противным
to disgust, to be revolting · αυτή η συμπεριφορά με αηδιάζει — это поведение вызывает у меня отвращение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αηδιάζω
εσύ
αηδιάζεις
αυτός
αηδιάζει
εμείς
αηδιάζουμε
εσείς
αηδιάζετε
αυτοί
αηδιάζουν
Аорист
εγώ
αηδίασα
εσύ
αηδίασες
αυτός
αηδίασε
εμείς
αηδιάσαμε
εσείς
αηδιάσατε
αυτοί
αηδίασαν
Будущее
εγώ
θα αηδιάσω
εσύ
θα αηδιάσεις
αυτός
θα αηδιάσει
εμείς
θα αηδιάσουμε
εσείς
θα αηδιάσετε
αυτοί
θα αηδιάσουν

Примеры

Με αηδιάζει αυτό το φαγητό.
Мне отвратительно это блюдо. · I find this food disgusting.
Τον αηδίασε η συμπεριφορά του φίλου του.
Его поведение друга вызвало у него отвращение. · His friend's behavior disgusted him.
Αυτές οι εικόνες με αηδιάζουν πραγματικά.
Эти изображения действительно вызывают у меня отвращение. · These images really disgust me.
Θα με αηδιάσει αν δει κάτι τέτοιο.
Если он увидит что-то подобное, его это отвратит. · It will disgust him if he sees something like that.