αεροσυνοδός
[aerosinˈoðos]существительноеη · женский родB1
Значения
1
бортпроводница, стюардесса
flight attendant, air hostess · η αεροσυνοδός στο αεροπλάνο — бортпроводница в самолёте
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αεροσυνοδός
вин.
την αεροσυνοδό
род.
της αεροσυνοδού
зват.
αεροσυνοδέ
Мн. ч.
им.
οι αεροσυνοδοί
вин.
τις αεροσυνοδούς
род.
των αεροσυνοδών
зват.
αεροσυνοδοί
Примеры
Η αεροσυνοδός σερβίρει καφέ στους επιβάτες.
Бортпроводница подаёт кофе пассажирам. · The flight attendant serves coffee to the passengers.
Οι αεροσυνοδοί έχουν σημαντικές ευθύνες ασφαλείας.
Бортпроводницы несут важную ответственность за безопасность. · Flight attendants have significant safety responsibilities.
Ζήτησα από την αεροσυνοδό ένα ποτό νερό.
Я попросил у бортпроводницы стакан воды. · I asked the flight attendant for a glass of water.