Греческий словарь
с грамматикой

αεροσκάφος

[aerosˈkafo]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
самолёт
aircraft, airplane · το αεροσκάφος πετά στον ουρανό — самолёт летит в небе

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αεροσκάφος
вин.
το αεροσκάφος
род.
του αεροσκάφους
зват.
αεροσκάφε
Мн. ч.
им.
τα αεροσκάφη
вин.
τα αεροσκάφη
род.
των αεροσκαφών
зват.
αεροσκάφη

Примеры

Το αεροσκάφος απογειώθηκε με καθυστέρηση.
Самолёт взлетел с опозданием. · The aircraft took off late.
Πόσα αεροσκάφη χρησιμοποιεί η αεροπορική εταιρεία;
Сколько самолётов использует авиакомпания? · How many aircraft does the airline use?
Το αεροσκάφος προσγειώθηκε ασφαλώς στο αεροδρόμιο.
Самолёт благополучно приземлился в аэропорту. · The aircraft landed safely at the airport.