αεροπόρος
[aeroˈporos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
авиатор, лётчик
aviator, pilot · ο αεροπόρος πετάει το αεροπλάνο — авиатор управляет самолётом
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αεροπόρος
вин.
τον αεροπόρο
род.
του αεροπόρου
зват.
αεροπόρε
Мн. ч.
им.
οι αεροπόροι
вин.
τους αεροπόρους
род.
των αεροπόρων
зват.
αεροπόροι
Примеры
Ο αεροπόρος προετοιμάζεται για την πτήση.
Авиатор готовится к полёту. · The pilot is preparing for the flight.
Οι αεροπόροι έχουν μεγάλη ευθύνη.
Лётчики несут большую ответственность. · Pilots bear great responsibility.
Ο αεροπόρου η εμπειρία ήταν πολύ χρήσιμη.
Опыт авиатора был очень полезен. · The pilot's experience was very useful.