αεροπορικός
[aeropoˈrikos]прилагательноеB1
Значения
1
авиационный, связанный с авиацией
aviation, relating to aircraft or flying · αεροπορική εταιρεία — авиакомпания
2
воздушный (военный)
air force (military) · αεροπορικές δυνάμεις — военно-воздушные силы
Грамматика
мужской род
им.
αεροπορικός
вин.
αεροπορικό
род.
αεροπορικού
зват.
αεροπορικέ
женский род
им.
αεροπορική
вин.
αεροπορική
род.
αεροπορικής
зват.
αεροπορική
средний род
им.
αεροπορικό
вин.
αεροπορικό
род.
αεροπορικού
зват.
αεροπορικό
Примеры
Η αεροπορική εταιρεία ακύρωσε την πτήση.
Авиакомпания отменила рейс. · The airline cancelled the flight.
Οι αεροπορικές δυνάμεις είναι πολύ ισχυρές.
Военно-воздушные силы очень мощные. · The air force is very strong.
Εργάζεται σε αεροπορικό χώρο πολλά χρόνια.
Он работает в авиационной отрасли много лет. · He has been working in the aviation industry for many years.
Το αεροπορικό ατύχημα ήταν τραγικό.
Авиационная катастрофа была трагичной. · The air crash was tragic.