Греческий словарь
с грамматикой

αεροπλανοφόρος

[aeroplaˈnoforoːs]прилагательноеB2

Значения

1
авианосный, относящийся к авианосцу
aircraft-carrying, relating to an aircraft carrier · αεροπλανοφόρο πλοίο — авианосец

Грамматика

мужской род
им.
αεροπλανοφόρος
вин.
αεροπλανοφόρο
род.
αεροπλανοφόρου
зват.
αεροπλανοφόρε
женский род
им.
αεροπλανοφόρος
вин.
αεροπλανοφόρο
род.
αεροπλανοφόρου
зват.
αεροπλανοφόρε
средний род
им.
αεροπλανοφόρο
вин.
αεροπλανοφόρο
род.
αεροπλανοφόρου
зват.
αεροπλανοφόρο

Примеры

Το αεροπλανοφόρο πλοίο ήταν το μεγαλύτερο της στόλου.
Авианосец был самым крупным кораблём флота. · The aircraft carrier was the largest ship in the fleet.
Τα αεροπλανοφόρα πλοία έχουν μεγάλη στρατιωτική δύναμη.
Авианосцы обладают большой военной мощью. · Aircraft carriers have great military power.
Η αεροπλανοφόρος κατασκευή απαιτεί πολλά χρόνια.
Строительство авианосца требует много лет. · The construction of an aircraft carrier takes many years.