Греческий словарь
с грамматикой

αεροπλάνο

[aeropˈlano]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
самолёт
airplane · πέταγμα με αεροπλάνο — полёт на самолёте

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αεροπλάνο
вин.
το αεροπλάνο
род.
του αεροπλάνου
зват.
αεροπλάνο
Мн. ч.
им.
τα αεροπλάνα
вин.
τα αεροπλάνα
род.
των αεροπλάνων
зват.
αεροπλάνα

Примеры

Το αεροπλάνο απογειώνεται στις οκτώ το πρωί.
Самолёт вылетает в восемь утра. · The plane takes off at eight in the morning.
Ταξιδεύω με αεροπλάνο για την Αθήνα.
Я лечу в Афины самолётом. · I'm flying to Athens by plane.
Τα αεροπλάνα είναι πολύ ασφαλή.
Самолёты очень безопасны. · Airplanes are very safe.
Η τιμή του αεροπλάνου έχει αυξηθεί.
Цена авиабилета выросла. · The price of the flight has gone up.