Греческий словарь
с грамматикой

αεροδυναμικός

[aeroðinamiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
аэродинамический, обтекаемый
aerodynamic, streamlined · σχήμα αεροδυναμικό — аэродинамическая форма

Грамматика

мужской род
им.
αεροδυναμικός
вин.
αεροδυναμικό
род.
αεροδυναμικού
зват.
αεροδυναμικέ
женский род
им.
αεροδυναμική
вин.
αεροδυναμική
род.
αεροδυναμικής
зват.
αεροδυναμική
средний род
им.
αεροδυναμικό
вин.
αεροδυναμικό
род.
αεροδυναμικού
зват.
αεροδυναμικό

Примеры

Το νέο αυτοκίνητο έχει αεροδυναμικό σχήμα.
Этот новый автомобиль имеет аэродинамическую форму. · This new car has an aerodynamic shape.
Οι αεροδυναμικές μελέτες βελτιώνουν την απόδοση.
Аэродинамические исследования улучшают производительность. · Aerodynamic studies improve performance.
Ο σχεδιαστής επιλέγει αεροδυναμικά υλικά.
Дизайнер выбирает аэродинамически эффективные материалы. · The designer chooses aerodynamically efficient materials.