Греческий словарь
с грамматикой

αεροδρόμιο

[aeroˈðromio]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
аэропорт
airport · το αεροδρόμιο της Αθήνας — аэропорт Афин

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αεροδρόμιο
вин.
το αεροδρόμιο
род.
του αεροδρομίου
зват.
αεροδρόμιο
Мн. ч.
им.
τα αεροδρόμια
вин.
τα αεροδρόμια
род.
των αεροδρομίων
зват.
αεροδρόμια

Примеры

Το αεροδρόμιο είναι κοντά στην πόλη.
Аэропорт находится близко к городу. · The airport is close to the city.
Πήγα στο αεροδρόμιο για να πάρω τον φίλο μου.
Я поехал в аэропорт, чтобы встретить своего друга. · I went to the airport to pick up my friend.
Τα αεροδρόμια της χώρας είναι σύγχρονα.
Аэропорты страны современные. · The country's airports are modern.
Ο σταθμός του αεροδρομίου έχει πολλές άμεσες πτήσεις.
Аэропорт имеет много прямых рейсов. · The airport has many direct flights.