Греческий словарь
с грамматикой

αείδω

[aˈði.ðo]глаголC1

Значения

1
петь, воспевать (поэтический, архаический)
to sing, to chant (poetic, archaic) · αείδω ύμνους — пою гимны

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αείδω
εσύ
αείδεις
αυτός
αείδει
εμείς
αείδουμε
εσείς
αείδετε
αυτοί
αείδουν
Аорист
εγώ
άειδα
εσύ
άειδες
αυτός
άειδε
εμείς
αείδαμε
εσείς
αείδατε
αυτοί
άειδαν
Будущее
εγώ
θα αείδω
εσύ
θα αείδεις
αυτός
θα αείδει
εμείς
θα αείδουμε
εσείς
θα αείδετε
αυτοί
θα αείδουν

Примеры

Ο ποιητής αείδει τα κατορθώματα των ηρώων.
Поэт поёт о подвигах героев. · The poet sings of the heroic deeds.
Αι Μούσαι αείδουν αιωνίως τα θεϊκά.
Музы вечно воспевают божественное. · The Muses eternally chant divine things.
Άειδε τον Αχιλλέα και την θλίψι του.
Пой об Ахиллесе и его скорби. · Sing of Achilles and his sorrow.