αδικώ
[aðiˈko]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
несправедливо поступить с кем-либо, обидеть, обидеть
to treat unjustly, to wrong, to harm · αδικώ κάποιον — поступить несправедливо с кем-то
2
совершить преступление, нарушить право
to commit an injustice, to violate a right · αδικώ τον νόμο — нарушить закон
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αδικώ
εσύ
αδικείς
αυτός
αδικεί
εμείς
αδικούμε
εσείς
αδικείτε
αυτοί
αδικούν
Аорист
εγώ
αδίκησα
εσύ
αδίκησες
αυτός
αδίκησε
εμείς
αδικήσαμε
εσείς
αδικήσατε
αυτοί
αδίκησαν
Будущее
εγώ
θα αδικήσω
εσύ
θα αδικήσεις
αυτός
θα αδικήσει
εμείς
θα αδικήσουμε
εσείς
θα αδικήσετε
αυτοί
θα αδικήσουν
Примеры
Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν.
Я не хочу никого обидеть. · I don't want to wrong anyone.
Τον αδικούσαν οι συνάδελφοί του.
Его коллеги поступали с ним несправедливо. · His colleagues treated him unjustly.
Αν αδικήσεις τον άνθρωπο, θα το μετανιώσεις.
Если ты обидишь этого человека, пожалеешь об этом. · If you harm that person, you'll regret it.
Αδικείται από το σύστημα.
Его обижает система. · He is wronged by the system.