Греческий словарь
с грамматикой

αδιαφορώ

[aðiafoˈro]глаголB1

Значения

1
не интересоваться, быть безразличным
not to care, to be indifferent · αδιαφορώ για τα λόγια των άλλων — мне безразличны слова других
2
пренебрегать, игнорировать
to disregard, to ignore · αδιαφορώ τις συμβουλές — игнорирую советы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αδιαφορώ
εσύ
αδιαφορείς
αυτός
αδιαφορεί
εμείς
αδιαφορούμε
εσείς
αδιαφορείτε
αυτοί
αδιαφορούν
Аорист
εγώ
αδιαφόρησα
εσύ
αδιαφόρησες
αυτός
αδιαφόρησε
εμείς
αδιαφορήσαμε
εσείς
αδιαφορήσατε
αυτοί
αδιαφόρησαν
Будущее
εγώ
θα αδιαφορώ
εσύ
θα αδιαφορείς
αυτός
θα αδιαφορεί
εμείς
θα αδιαφορούμε
εσείς
θα αδιαφορείτε
αυτοί
θα αδιαφορούν

Примеры

Αδιαφορώ για ό,τι λέει ο κόσμος.
Мне безразлично, что говорит публика. · I don't care what people say.
Αδιαφόρησε τελείως για τις προειδοποιήσεις μας.
Он полностью пренебрёг нашими предупреждениями. · He completely disregarded our warnings.
Δεν θα αδιαφορούσα αν ήταν σημαντικό.
Я бы не была безразлична, если бы это было важно. · I wouldn't be indifferent if it mattered.