αδιανόητος
[aðiaˈnoi̯tos]прилагательноеB2
Значения
1
непостижимый, невообразимый
incomprehensible, unimaginable · αδιανόητη συμπεριφορά — непостижимое поведение
2
бессмысленный, абсурдный
senseless, absurd · αδιανόητη απόφαση — бессмысленное решение
Грамматика
мужской род
им.
αδιανόητος
вин.
αδιανόητο
род.
αδιανόητου
зват.
αδιανόητε
женский род
им.
αδιανόητη
вин.
αδιανόητη
род.
αδιανόητης
зват.
αδιανόητη
средний род
им.
αδιανόητο
вин.
αδιανόητο
род.
αδιανόητου
зват.
αδιανόητο
Примеры
Η συμπεριφορά του ήταν αδιανόητη για όλους.
Его поведение было непостижимо для всех. · His behaviour was incomprehensible to everyone.
Αυτή η απόφαση είναι απλώς αδιανόητη.
Это решение просто бессмысленно. · This decision is simply absurd.
Τα αδιανόητα λάθη κόστισαν πολλά.
Непостижимые ошибки стоили дорого. · The incomprehensible mistakes were costly.
Ήταν αδιανόητο γιατί το έκανε.
Было непостижимо, почему он это сделал. · It was incomprehensible why he did it.