Греческий словарь
с грамматикой

αδελφότητα

[aðelˈfotita]существительноеη · женский родB1

Значения

1
братство, братская связь
brotherhood, fraternal bond · η αδελφότητα ανάμεσα στους ανθρώπους — братство между людьми
2
организация, братство (клуб, объединение)
fraternity, brotherhood (organization, club) · μέλος της αδελφότητας — член братства

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αδελφότητα
вин.
την αδελφότητα
род.
της αδελφότητας
зват.
αδελφότητα
Мн. ч.
им.
οι αδελφότητες
вин.
τις αδελφότητες
род.
των αδελφοτήτων
зват.
αδελφότητες

Примеры

Η αδελφότητα είναι ένα από τα πιο σημαντικά αγαθά.
Братство — одно из самых важных благ. · Brotherhood is one of the most important goods.
Πολλοί νέοι θέλουν να ενταχθούν σε μια αδελφότητα στο πανεπιστήμιο.
Многие студенты хотят вступить в университетское братство. · Many students want to join a university fraternity.
Η αδελφότητα τους δεν χαμε ποτέ, παρά τις δυσκολίες.
Их братство никогда не поколебалось, несмотря на трудности. · Their brotherhood never wavered, despite hardships.