Греческий словарь
с грамматикой

αδειάζω

[aˈðejazo]глаголA2

Значения

1
опустошать, осушать (контейнер, сосуд)
to empty, to drain (a container, vessel) · αδειάζω το ποτήρι — осушаю стакан
2
опорожнять (помещение, место)
to evacuate, to clear out (a space) · αδειάζω το δωμάτιο — опустошаю комнату

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αδειάζω
εσύ
αδειάζεις
αυτός
αδειάζει
εμείς
αδειάζουμε
εσείς
αδειάζετε
αυτοί
αδειάζουν
Аорист
εγώ
αδείασα
εσύ
αδείασες
αυτός
αδείασε
εμείς
αδειάσαμε
εσείς
αδειάσατε
αυτοί
αδείασαν
Будущее
εγώ
θα αδειάσω
εσύ
θα αδειάσεις
αυτός
θα αδειάσει
εμείς
θα αδειάσουμε
εσείς
θα αδειάσετε
αυτοί
θα αδειάσουν

Примеры

Αδείασε το ποτήρι με νερό.
Он осушил стакан с водой. · He drained the glass of water.
Πρέπει να αδειάσουμε τη δεξαμενή σήμερα.
Нам нужно опустошить резервуар сегодня. · We need to empty the tank today.
Αδειάζουν το κτίριο λόγω της επισκευής.
Они эвакуируют здание из-за ремонта. · They are clearing the building due to repairs.
Όταν αδειάσει η σακούλα, θα την πετάξω.
Когда мешок опустеет, я его выброшу. · When the bag is empty, I'll throw it away.