αδίστακτος
[aˈðistaktos]прилагательноеC1
Значения
1
безколебательный, решительный, без колебаний
unhesitating, unfaltering, decisive · αδίστακτη απάντηση — решительный ответ
2
безжалостный, беспощадный
ruthless, merciless, unrelenting · αδίστακτη κριτική — беспощадная критика
Грамматика
мужской род
им.
αδίστακτος
вин.
αδίστακτο
род.
αδίστακτου
зват.
αδίστακτε
женский род
им.
αδίστακτη
вин.
αδίστακτη
род.
αδίστακτης
зват.
αδίστακτη
средний род
им.
αδίστακτο
вин.
αδίστακτο
род.
αδίστακτου
зват.
αδίστακτο
Примеры
Πήρε την αδίστακτη απόφαση να φύγει.
Он принял решительное решение уйти. · He made the firm decision to leave.
Ήταν αδίστακτος στην αναζήτηση της αλήθειας.
Он был неколебим в поисках истины. · He was unwavering in his pursuit of truth.
Η αδίστακτη κριτική της δεν άρεσε σε κανέναν.
Его беспощадная критика никому не понравилась. · His ruthless criticism pleased no one.