Греческий словарь
с грамматикой

αγώνισμα

[aˈɣonizma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
упражнение, задание (учебное)
exercise, assignment, task (academic) · αγώνισμα στα μαθηματικά — задание по математике
2
соревнование, состязание (спортивное)
competition, contest (athletic event) · αγώνισμα στην κολύμβηση — соревнование по плаванию

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αγώνισμα
вин.
το αγώνισμα
род.
του αγωνίσματος
зват.
αγώνισμα
Мн. ч.
им.
τα αγωνίσματα
вин.
τα αγωνίσματα
род.
των αγωνισμάτων
зват.
αγωνίσματα

Примеры

Το αγώνισμα ήταν πολύ δύσκολο για τους μαθητές.
Задание было очень сложным для учеников. · The exercise was very difficult for the students.
Στον Ολυμπιακό αγώνισμα του δρόμου κερδίζει ο γρηγορότερος.
В олимпийском соревновании по бегу побеждает самый быстрый. · In the Olympic running competition, the fastest wins.
Τα αγωνίσματα της εξέτασης θα δοθούν αύριο.
Задания экзамена будут раздачи завтра. · The exam questions will be distributed tomorrow.