αγωνιστικός
[aɣoniˈstikos]прилагательноеB1
Значения
1
боевой, боевитый, боевой настрой
combative, fighting spirit, aggressive · αγωνιστικό πνεύμα — боевой дух
2
спортивный, относящийся к соревнованиям
competitive, relating to contests or sports · αγωνιστικό επίπεδο — уровень подготовки спортсмена
3
боевой (о документе, идеологии)
militant, combative (of a document, ideology) · αγωνιστικό κείμενο — боевой текст
Грамматика
мужской род
им.
αγωνιστικός
вин.
αγωνιστικό
род.
αγωνιστικού
зват.
αγωνιστικέ
женский род
им.
αγωνιστική
вин.
αγωνιστική
род.
αγωνιστικής
зват.
αγωνιστική
средний род
им.
αγωνιστικό
вин.
αγωνιστικό
род.
αγωνιστικού
зват.
αγωνιστικό
Примеры
Ο αθλητής έχει αγωνιστικό ενδιαφέρον για τη νίκη.
Спортсмен проявляет боевое желание победить. · The athlete shows fighting determination to win.
Η αγωνιστική της προσέγγιση ήταν συνήθως επιθετική.
Её боевой стиль в соревнованиях был обычно агрессивным. · Her competitive approach in contests was typically aggressive.
Ανέπτυξε αγωνιστικές ικανότητες από τα παιδικά του χρόνια.
С детства он развивал боевые навыки и способности. · From childhood he developed competitive skills and abilities.
Το αγωνιστικό κείμενο της εποχής αντανακλούσε τις ιδεολογικές σύγκρουσες.
Боевой текст того периода отражал идеологические конфликты. · The militant text of that era reflected ideological conflicts.