αγωνιστής
[aɣoˈnistis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
борец, спортсмен, участник соревнований
athlete, competitor, contestant · ο αγωνιστής στο στάδιο — спортсмен на стадионе
2
борец (за идею, за справедливость)
fighter, advocate, champion (for a cause) · αγωνιστής για τα δικαιώματα — борец за права
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αγωνιστής
вин.
τον αγωνιστή
род.
του αγωνιστή
зват.
αγωνιστή
Мн. ч.
им.
οι αγωνιστές
вин.
τους αγωνιστές
род.
των αγωνιστών
зват.
αγωνιστές
Примеры
Ο αγωνιστής κέρδισε το χρυσό μετάλλιο.
Спортсмен выиграл золотую медаль. · The athlete won the gold medal.
Οι αγωνιστές προπονούνται κάθε μέρα.
Спортсмены тренируются каждый день. · The competitors train every day.
Ήταν αγωνιστής για την ελευθερία.
Он был борцом за свободу. · He was a fighter for freedom.
Έδωσε μετάλλια στους αγωνιστές.
Он раздал медали спортсменам. · He distributed medals to the athletes.