Греческий словарь
с грамматикой

αγωνίζομαι

[aɣoˈnizome]глаголB1

Значения

1
бороться, сражаться, вести борьбу
to struggle, to fight, to battle · αγωνίζομαι για τα δικαιώματά μας — борюсь за наши права
2
стараться изо всех сил, прилагать усилия
to strive, to make a great effort, to endeavour · αγωνίζομαι να τελειώσω το έργο — стараюсь изо всех сил закончить работу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγωνίζομαι
εσύ
αγωνίζεσαι
αυτός
αγωνίζεται
εμείς
αγωνιζόμαστε
εσείς
αγωνίζεστε
αυτοί
αγωνίζονται
Аорист
εγώ
αγωνίστηκα
εσύ
αγωνίστηκες
αυτός
αγωνίστηκε
εμείς
αγωνιστήκαμε
εσείς
αγωνιστήκατε
αυτοί
αγωνίστηκαν
Будущее
εγώ
θα αγωνιστώ
εσύ
θα αγωνιστείς
αυτός
θα αγωνιστεί
εμείς
θα αγωνιστούμε
εσείς
θα αγωνιστείτε
αυτοί
θα αγωνιστούν

Примеры

Οι αθλητές αγωνίζονται για το χρυσό μετάλλιο.
Спортсмены борются за золотую медаль. · The athletes are fighting for the gold medal.
Αγωνίστηκε καθ' όλη τη ζωή του για δικαιοσύνη.
Он боролся всю жизнь за справедливость. · He struggled his whole life for justice.
Θα αγωνιστούμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες.
Мы будем прилагать усилия, чтобы преодолеть трудности. · We will strive to overcome the difficulties.
Αγωνίζεται να διατηρήσει την υγεία της.
Она стремится сохранить своё здоровье. · She is endeavouring to maintain her health.