αγωγιμότητα
[aɣoʝiˈmotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
электропроводность, способность проводить электрический ток
electrical conductivity, ability to conduct electric current · η αγωγιμότητα του χαλκού — электропроводность меди
2
теплопроводность, способность проводить тепло
thermal conductivity, ability to conduct heat · η αγωγιμότητα του υλικού — теплопроводность материала
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αγωγιμότητα
вин.
την αγωγιμότητα
род.
της αγωγιμότητας
зват.
αγωγιμότητα
Мн. ч.
им.
οι αγωγιμότητες
вин.
τις αγωγιμότητες
род.
των αγωγιμοτήτων
зват.
αγωγιμότητες
Примеры
Το αλουμίνιο έχει υψηλή ηλεκτρική αγωγιμότητα.
Алюминий обладает высокой электропроводностью. · Aluminium has high electrical conductivity.
Η θερμική αγωγιμότητα των μετάλλων είναι συνήθως μεγάλη.
Теплопроводность металлов обычно велика. · The thermal conductivity of metals is typically high.
Μελέτησαν την αγωγιμότητα του νέου υλικού στο εργαστήριο.
Они изучали проводимость нового материала в лаборатории. · They studied the conductivity of the new material in the lab.