Греческий словарь
с грамматикой

αγχώνω

[aŋˈxono]глаголB1

Значения

1
душить, удушать
to strangle, to choke · αγχώνω κάποιον — душить кого-то
2
мучить, терзать (переносное)
to torment, to anguish (figurative) · η ανησυχία με αγχώνει — беспокойство меня мучит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγχώνω
εσύ
αγχώνεις
αυτός
αγχώνει
εμείς
αγχώνουμε
εσείς
αγχώνετε
αυτοί
αγχώνουν
Аорист
εγώ
άγχωσα
εσύ
άγχωσες
αυτός
άγχωσε
εμείς
αγχώσαμε
εσείς
αγχώσατε
αυτοί
άγχωσαν
Будущее
εγώ
θα αγχώσω
εσύ
θα αγχώσεις
αυτός
θα αγχώσει
εμείς
θα αγχώσουμε
εσείς
θα αγχώσετε
αυτοί
θα αγχώσουν

Примеры

Ο εχθρός τον άγχωσε με τα χέρια του.
Враг задушил его своими руками. · The enemy strangled him with his hands.
Τα προβλήματα με αγχώνουν καθημερινά.
Проблемы мучат меня каждый день. · Problems torment me every day.
Μην αγχώνεστε για τα παιδιά σας.
Не мучьте себя по поводу ваших детей. · Don't anguish over your children.
Αγχώνομαι από τη σκέψη του αποχωρισμού.
Я мучаюсь мыслью о расставании. · I am tormented by the thought of separation.