Греческий словарь
с грамматикой

αγχώνομαι

[aŋˈxoːnome]глаголB1

Значения

1
душить, сдавливать (горло)
to strangle, to throttle, to choke · αγχώνω κάποιον — душу кого-то
2
угнетать, подавлять (свободу, волю)
to oppress, to suppress · αγχώνω τη δημοκρατία — подавляю демократию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγχώνω
εσύ
αγχώνεις
αυτός
αγχώνει
εμείς
αγχώνουμε
εσείς
αγχώνετε
αυτοί
αγχώνουν
Аорист
εγώ
άγχωσα
εσύ
άγχωσες
αυτός
άγχωσε
εμείς
αγχώσαμε
εσείς
αγχώσατε
αυτοί
άγχωσαν
Будущее
εγώ
θα αγχώσω
εσύ
θα αγχώσεις
αυτός
θα αγχώσει
εμείς
θα αγχώσουμε
εσείς
θα αγχώσετε
αυτοί
θα αγχώσουν

Примеры

Ο δικτάτορας αγχώνει τη δημοκρατία.
Диктатор подавляет демократию. · The dictator suppresses democracy.
Το σχοινί αγχώνει τον άνθρωπο.
Верёвка душит человека. · The rope strangles the man.
Αγχώθηκε όταν του είπε τα νέα.
Он задохнулся, когда услышал новости. · He was choked up when she told him the news.