αγρότης
[aɣˈrotis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
крестьянин, фермер
farmer, peasant · άνδρας που δουλεύει στο χωράφι — мужчина, работающий в поле
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αγρότης
вин.
τον αγρότη
род.
του αγρότη
зват.
αγρότη
Мн. ч.
им.
οι αγρότες
вин.
τους αγρότες
род.
των αγροτών
зват.
αγρότες
Примеры
Ο αγρότης σηκώνεται νωρίς το πρωί.
Фермер просыпается рано утром. · The farmer wakes up early in the morning.
Οι αγρότες καλλιεργούν σιτάρι και καλαμπόκι.
Крестьяне выращивают пшеницу и кукурузу. · The farmers grow wheat and corn.
Συναντήσαμε έναν έμπειρο αγρότη στο χωριό.
Мы встретили опытного фермера в деревне. · We met an experienced farmer in the village.
Τον αγρότη τον ξέρουν όλοι στην περιοχή.
Этого крестьянина знают все в округе. · Everyone in the area knows this farmer.