Греческий словарь
с грамматикой

αγρόκτημα

[aɣˈrokti.ma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
сельское хозяйство, земельное владение, ферма
farm, rural estate, agricultural property · αγρόκτημα στην ύπαιθρο — сельское хозяйство в деревне

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αγρόκτημα
вин.
το αγρόκτημα
род.
του αγροκτήματος
зват.
αγρόκτημα
Мн. ч.
им.
τα αγροκτήματα
вин.
τα αγροκτήματα
род.
των αγροκτημάτων
зват.
αγροκτήματα

Примеры

Το αγρόκτημά του βρίσκεται στη Θεσσαλία.
Его ферма находится в Фессалии. · His farm is located in Thessaly.
Κληρονόμησε ένα μεγάλο αγρόκτημα από τον πατέρα του.
Он унаследовал большое земельное владение от отца. · He inherited a large agricultural estate from his father.
Τα αγροκτήματα της περιοχής παράγουν σιτάρι και κριθάρι.
Фермы этого региона производят пшеницу и ячмень. · The farms in the area produce wheat and barley.
Αγόρασε ένα αγρόκτημα για να ζήσει πιο κοντά στη φύση.
Он купил ферму, чтобы жить ближе к природе. · He bought a farm to live closer to nature.