αγροτικός
[aɣroˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
сельский, деревенский
rural, agricultural · αγροτικές περιοχές — сельские районы
2
крестьянский, фермерский
peasant, farming · αγροτική παραγωγή — крестьянское производство
3
относящийся к сельскому хозяйству
relating to agriculture or farming · αγροτική εργασία — сельскохозяйственный труд
Грамматика
мужской род
им.
αγροτικός
вин.
αγροτικό
род.
αγροτικού
зват.
αγροτικέ
женский род
им.
αγροτική
вин.
αγροτική
род.
αγροτικής
зват.
αγροτική
средний род
им.
αγροτικό
вин.
αγροτικό
род.
αγροτικού
зват.
αγροτικό
Примеры
Οι αγροτικές περιοχές έχουν άλλο ρυθμό ζωής.
В сельских районах совсем другой образ жизни. · Rural areas have a different pace of life.
Η αγροτική παραγωγή είναι σημαντική για την οικονομία.
Сельскохозяйственное производство важно для экономики. · Agricultural production is vital for the economy.
Ο πληθυσμός σε αγροτικούς χώρους μειώνεται.
Население в сельских местностях сокращается. · The population in rural areas is declining.
Αυτό είναι ένα αγροτικό προϊόν υψηλής ποιότητας.
Это сельскохозяйственный продукт высокого качества. · This is a high-quality agricultural product.