αγοραστής
[aɣoˈrastis]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
покупатель, клиент
buyer, customer · ο αγοραστής αγοράζει προϊόντα — покупатель покупает товары
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αγοραστής
вин.
τον αγοραστή
род.
του αγοραστή
зват.
αγοραστή
Мн. ч.
им.
οι αγοραστές
вин.
τους αγοραστές
род.
των αγοραστών
зват.
αγοραστές
Примеры
Ο αγοραστής πληρώνει στο ταμείο.
Покупатель платит в кассе. · The customer pays at the checkout.
Οι αγοραστές ψάχνουν τα καλύτερα προϊόντα.
Покупатели ищут лучшие товары. · The buyers are looking for the best products.
Του αγοραστή αρέσουν τα φθηνά είδη.
Покупателю нравятся дешёвые вещи. · The customer likes cheap items.
Αγοραστή, θέλετε κάρτα ή μετρητά;
Покупатель, вы хотите карту или наличные? · Customer, would you like card or cash?