αγοράσιμος
[aɣoˈrasimos]прилагательноеB2
Значения
1
покупаемый, доступный для покупки
purchasable, buyable, available for purchase · προϊόν που είναι αγοράσιμο — товар, который можно купить
Грамматика
мужской род
им.
αγοράσιμος
вин.
αγοράσιμο
род.
αγοράσιμου
зват.
αγοράσιμε
женский род
им.
αγοράσιμη
вин.
αγοράσιμη
род.
αγοράσιμης
зват.
αγοράσιμη
средний род
им.
αγοράσιμο
вин.
αγοράσιμο
род.
αγοράσιμου
зват.
αγοράσιμο
Примеры
Αυτά τα αγοράσιμα είδη βρίσκονται σε όλα τα καταστήματα.
Эти покупаемые товары есть во всех магазинах. · These purchasable items are found in all stores.
Τα αγοράσιμα προϊόντα δεν είναι πάντα της καλής ποιότητας.
Доступные для покупки товары не всегда высокого качества. · Purchasable products are not always of good quality.
Ψάχνουμε αγοράσιμες λύσεις για το πρόβλημα.
Мы ищем доступные по цене решения проблемы. · We are looking for affordable solutions to the problem.