Греческий словарь
с грамматикой

αγοράζω

[aɣoˈrazo]глаголA1

Значения

1
покупать
to buy · αγοράζω ψωμί — покупаю хлеб
2
совершать покупки
to shop, to do shopping · αγοράζω στο σουπερμάρκετ — делаю покупки в супермаркете

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγοράζω
εσύ
αγοράζεις
αυτός
αγοράζει
εμείς
αγοράζουμε
εσείς
αγοράζετε
αυτοί
αγοράζουν
Аорист
εγώ
αγόρασα
εσύ
αγόρασες
αυτός
αγόρασε
εμείς
αγοράσαμε
εσείς
αγοράσατε
αυτοί
αγόρασαν
Будущее
εγώ
θα αγοράσω
εσύ
θα αγοράσεις
αυτός
θα αγοράσει
εμείς
θα αγοράσουμε
εσείς
θα αγοράσετε
αυτοί
θα αγοράσουν

Примеры

Αγοράζω λαχανικά στη λαϊκή αγορά.
Я покупаю овощи на базаре. · I buy vegetables at the market.
Χθες αγόρασα ένα νέο καπέλο.
Вчера я купил новую шляпу. · Yesterday I bought a new hat.
Θα αγοράσουμε δώρα για τη γιορτή.
Мы купим подарки к празднику. · We will buy gifts for the celebration.
Κάθε Σάββατο αγοράζουν τα ψώνια τους.
Каждую субботу они делают свои покупки. · Every Saturday they do their shopping.