αγνότητα
[aɣˈnotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
чистота, целомудрие, девственность
chastity, virginity, purity · η αγνότητα της νύφης — целомудрие невесты
2
невинность, неосведомлённость
innocence, naivety · η αγνότητα του παιδιού — невинность ребёнка
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αγνότητα
вин.
την αγνότητα
род.
της αγνότητας
зват.
αγνότητα
Мн. ч.
им.
οι αγνότητες
вин.
τις αγνότητες
род.
των αγνοτήτων
зват.
αγνότητες
Примеры
Η αγνότητα ήταν αξία που εκτιμούσαν πολύ.
Целомудрие было качеством, которое очень ценили. · Chastity was a virtue that was highly valued.
Με την αγνότητα του δεν κατάλαβε τι συνέβαινε.
Из-за своей наивности он не понял, что происходит. · In his innocence, he didn't understand what was happening.
Η απώλεια της αγνότητας ήταν για εκείνη ένα τραγικό γεγονός.
Потеря невинности была для неё трагическим событием. · The loss of innocence was a tragic event for her.