αγιογραφία
[aˌʝoɣraˈfi.a]существительноеη · женский родC1
Значения
1
иконопись, икона (религиозное искусство)
icon painting, hagiography (religious art) · παλαιά αγιογραφία — древняя иконопись
2
жизнеописание святого
biography of a saint, saint's life · αγιογραφία του Αγίου Παντελεήμονα — житие святого Пантелеимона
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αγιογραφία
вин.
την αγιογραφία
род.
της αγιογραφίας
зват.
αγιογραφία
Мн. ч.
им.
οι αγιογραφίες
вин.
τις αγιογραφίες
род.
των αγιογραφιών
зват.
αγιογραφίες
Примеры
Η βυζαντινή αγιογραφία είναι εξαιρετικής καλλιτεχνικής αξίας.
Византийская иконопись имеет исключительную художественную ценность. · Byzantine icon painting is of exceptional artistic value.
Μελέτησε τις αγιογραφίες των ρωμανικών εκκλησιών.
Он изучал иконописи романских церквей. · He studied the hagiographies of Romanesque churches.
Η αγιογραφία του Αγίου Γεωργίου περιγράφει τις δοκιμασίες του.
Житие святого Георгия описывает его испытания. · The biography of Saint George recounts his trials.