Греческий словарь
с грамматикой

αγιάζω

[aˈʝazo]глаголB1

Значения

1
святить, освящать
to sanctify, to consecrate · αγιάζει το εκκλησιαστικό σκεύος — освящает церковный сосуд
2
прославлять, почитать как святого
to revere, to honour as holy · αγιάζουν τη μνήμη του αγίου — почитают память святого

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγιάζω
εσύ
αγιάζεις
αυτός
αγιάζει
εμείς
αγιάζουμε
εσείς
αγιάζετε
αυτοί
αγιάζουν
Аорист
εγώ
αγίασα
εσύ
αγίασες
αυτός
αγίασε
εμείς
αγιάσαμε
εσείς
αγιάσατε
αυτοί
αγίασαν
Будущее
εγώ
θα αγιάσω
εσύ
θα αγιάσεις
αυτός
θα αγιάσει
εμείς
θα αγιάσουμε
εσείς
θα αγιάσετε
αυτοί
θα αγιάσουν

Примеры

Ο ιερέας αγιάζει το νερό στη Θεοφάνεια.
Священник освящает воду в день Богоявления. · The priest consecrates the water on Epiphany.
Αγίασαν το νέο εκκλησιαστικό κτήριο περισσότερο από χίλια άτομα.
Освящение нового храма собрало более тысячи людей. · The consecration of the new church attracted over a thousand people.
Στην Ορθοδοξία αγιάζονται και σέβονται οι άγιοι του Χριστιανισμού.
В Православии почитают и прославляют святых христианства. · In Orthodoxy, the saints of Christianity are revered and honoured.