Греческий словарь
с грамматикой

αγγίζω

[aˈɲizo]глаголA2

Значения

1
касаться, трогать (рукой)
to touch, to feel with the hand · αγγίζω το τραπέζι — я касаюсь стола
2
дотягиваться, доходить (о расстоянии)
to reach, to extend to · το δέντρο αγγίζει την στέγη — дерево дотягивается до крыши
3
трогать, волновать (эмоционально)
to move, to affect emotionally · αγγίζει την καρδιά μας — это трогает наше сердце

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγγίζω
εσύ
αγγίζεις
αυτός
αγγίζει
εμείς
αγγίζουμε
εσείς
αγγίζετε
αυτοί
αγγίζουν
Аорист
εγώ
άγγιξα
εσύ
άγγιξες
αυτός
άγγιξε
εμείς
αγγίξαμε
εσείς
αγγίξατε
αυτοί
άγγιξαν
Будущее
εγώ
θα αγγίξω
εσύ
θα αγγίξεις
αυτός
θα αγγίξει
εμείς
θα αγγίξουμε
εσείς
θα αγγίξετε
αυτοί
θα αγγίξουν

Примеры

Μην αγγίζεις την θερμή κατσαρόλα!
Не трогай горячую кастрюлю! · Don't touch the hot saucepan!
Το αστέρι άγγιξε τη θάλασσα.
Звезда коснулась моря. · The star touched the sea.
Η ιστορία του τον αγγίζει βαθιά.
Его история его глубоко трогает. · His story deeply moves him.
Το σκαλί αγγίζει την πόρτα.
Лестница дотягивается до двери. · The stairs reach the door.