Греческий словарь
с грамматикой

αγαπάω

[aɣaˈpa.o]глаголA1

Значения

1
любить (чувство привязанности)
to love (affection, care) · Αγαπάω την οικογένειά μου — Я люблю свою семью
2
нравиться, любить (предпочитать)
to like, to love (prefer) · Αγαπάω τον καφέ — Я люблю кофе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγαπάω
εσύ
αγαπάς
αυτός
αγαπάει
εμείς
αγαπάμε
εσείς
αγαπάτε
αυτοί
αγαπάνε
Аорист
εγώ
αγάπησα
εσύ
αγάπησες
αυτός
αγάπησε
εμείς
αγαπήσαμε
εσείς
αγαπήσατε
αυτοί
αγάπησαν
Будущее
εγώ
θα αγαπήσω
εσύ
θα αγαπήσεις
αυτός
θα αγαπήσει
εμείς
θα αγαπήσουμε
εσείς
θα αγαπήσετε
αυτοί
θα αγαπήσουν

Примеры

Αγαπάω πολύ τη μητέρα μου.
Я очень люблю свою маму. · I love my mother very much.
Όλοι αγαπάνε τα παιδιά τους.
Все любят своих детей. · Everyone loves their children.
Αγάπησα αυτό το βιβλίο όταν το διάβασα.
Мне очень понравилась эта книга, когда я её прочитал. · I loved that book when I read it.
Θα αγαπήσεις την Ελλάδα όταν την επισκεφθείς.
Ты полюбишь Грецию, когда посетишь её. · You will love Greece when you visit it.