Греческий словарь
с грамматикой

αγανακτώ

[aɣanaˈkto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1

Значения

1
возмущаться, негодовать
be indignant, be outraged · αγανακτώ για την άδικη απόφαση — негодую из-за несправедливого решения
2
выражать недовольство, протестовать
express displeasure, protest · αγανακτούν οι πολίτες — граждане выражают недовольство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αγανακτώ
εσύ
αγανακτάς
αυτός
αγανακτά
εμείς
αγανακτούμε
εσείς
αγανακτάτε
αυτοί
αγανακτούν
Аорист
εγώ
αγανάκτησα
εσύ
αγανάκτησες
αυτός
αγανάκτησε
εμείς
αγανακτήσαμε
εσείς
αγανακτήσατε
αυτοί
αγανάκτησαν
Будущее
εγώ
θα αγανακτήσω
εσύ
θα αγανακτήσεις
αυτός
θα αγανακτήσει
εμείς
θα αγανακτήσουμε
εσείς
θα αγανακτήσετε
αυτοί
θα αγανακτήσουν

Примеры

Αγανακτώ με τη συμπεριφορά του.
Я возмущён его поведением. · I am outraged by his behaviour.
Οι κάτοικοι αγανάκτησαν για τη ρύπανση.
Жители негодовали из-за загрязнения. · The residents were outraged about the pollution.
Θα αγανακτήσει όταν μάθει τα νέα.
Он возмутится, когда узнает новости. · He will be outraged when he hears the news.
Αγανακτώντας, έφυγε από το δωμάτιο.
Негодуя, он вышел из комнаты. · In indignation, he left the room.