αίνιγμα
[ˈɛniɣma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
загадка, головоломка
riddle, puzzle · ένα δύσκολο αίνιγμα — сложная загадка
2
тайна, загадочное явление
mystery, enigma · το αίνιγμα του κόσμου — тайна мира
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αίνιγμα
вин.
το αίνιγμα
род.
του αινίγματος
зват.
αίνιγμα
Мн. ч.
им.
τα αινίγματα
вин.
τα αινίγματα
род.
των αινιγμάτων
зват.
αινίγματα
Примеры
Το παιδί λύνει ένα δύσκολο αίνιγμα.
Ребёнок разгадывает сложную загадку. · The child is solving a difficult riddle.
Αυτό το αίνιγμα παραμένει άλυτο.
Эта тайна остаётся нерешённой. · This mystery remains unsolved.
Τα αινίγματα της φύσης μας ενδιαφέρουν.
Загадки природы нас интересуют. · The mysteries of nature interest us.
Ο Οιδίποδας έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας.
Эдип разгадал загадку Сфинкса. · Oedipus solved the Sphinx's riddle.