αέρι
[aˈeri]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
воздух
air · το αέρι του δωματίου — воздух в комнате
2
газ
gas · το φυσικό αέρι — природный газ
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αέρι
вин.
το αέρι
род.
του αέρα
зват.
αέρι
Мн. ч.
им.
τα αέρια
вин.
τα αέρια
род.
των αερίων
зват.
αέρια
Примеры
Το αέρι του δωματίου είναι δροσερό.
Воздух в комнате прохладный. · The air in the room is cool.
Χρειάζεται να αλλάξουμε το φυσικό αέρι.
Нужно заменить трубу природного газа. · We need to replace the natural gas pipe.
Τα αέρια του εργοστασίου ρύπαινουν την ατμόσφαιρα.
Газы завода загрязняют атмосферу. · The factory gases pollute the atmosphere.