ίριδα
[ˈiriða]существительноеη · женский родB1
Значения
1
радужная оболочка глаза
iris (part of the eye) · το χρώμα της ίριδας — цвет радужки
2
ирис (цветок)
iris (flower) · μια όμορφη ίριδα στον κήπο — красивый ирис в саду
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ίριδα
вин.
την ίριδα
род.
της ίριδας
зват.
ίριδα
Мн. ч.
им.
οι ίριδες
вин.
τις ίριδες
род.
των ίριδων
зват.
ίριδες
Примеры
Τα μάτια της έχουν πράσινη ίριδα.
У неё зелёная радужка. · She has green irises.
Οι ίριδες ανθίζουν στην άνοιξη.
Ирисы цветут весной. · Irises bloom in spring.
Ο γιατρός εξέτασε την ίριδα του ασθενή.
Врач осмотрел радужку пациента. · The doctor examined the patient's iris.