ήμισυ
[ˈimisu]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
половина
half · το ήμισυ του ψωμιού — половина хлеба
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ήμισυ
вин.
το ήμισυ
род.
του ημίσεως
зват.
ήμισυ
Мн. ч.
им.
τα ημίση
вин.
τα ημίση
род.
των ημίσεων
зват.
ημίση
Примеры
Του έδωσα το ήμισυ του κέικ.
Я дал ему половину торта. · I gave him half the cake.
Τα ημίση του πληθυσμού είναι γυναίκες.
Половина населения составляют женщины. · Half the population are women.
Χρειάζομαι ένα ήμισυ λίτρο γάλα.
Мне нужно полулитра молока. · I need half a litre of milk.