Греческий словарь
с грамматикой

έχω

[ˈexo]глаголA1

Значения

1
иметь, владеть
to have, to own · έχω ένα σπίτι — у меня есть дом
2
обладать (качеством, признаком)
to possess, to have (a quality) · έχει καλή υγεία — он в хорошем здоровье
3
держать, носить (при себе)
to carry, to have (with one) · έχω το κλειδί — у меня при себе ключ

Грамматика

Настоящее время
εγώ
έχω
εσύ
έχεις
αυτός
έχει
εμείς
έχουμε
εσείς
έχετε
αυτοί
έχουν
Аорист
εγώ
είχα
εσύ
είχες
αυτός
είχε
εμείς
είχαμε
εσείς
είχατε
αυτοί
είχαν
Будущее
εγώ
θα έχω
εσύ
θα έχεις
αυτός
θα έχει
εμείς
θα έχουμε
εσείς
θα έχετε
αυτοί
θα έχουν

Примеры

Έχω τρία παιδιά και έναν σκύλο.
У меня есть три детей и одна собака. · I have three children and a dog.
Η Μαρία έχει ένα όμορφο φόρεμα.
У Марии есть красивое платье. · Maria has a beautiful dress.
Τι έχεις στο χέρι σου;
Что у тебя в руке? · What do you have in your hand?
Είχαμε καιρό να δούμε ο ένας τον άλλον.
Давно мы не виделись друг с другом. · It had been a long time since we saw each other.