έρευνα
[ˈɛrevna]существительноеη · женский родB1
Значения
1
исследование, научное изучение
research, investigation, scientific study · έρευνα για τον καρκίνο — исследование рака
2
поиск, розыск
search, quest · έρευνα για τον δράστη — розыск преступника
Грамматика
Ед. ч.
им.
η έρευνα
вин.
την έρευνα
род.
της έρευνας
зват.
έρευνα
Мн. ч.
им.
οι έρευνες
вин.
τις έρευνες
род.
των ερευνών
зват.
έρευνες
Примеры
Η έρευνα δείχνει ότι οι νέοι χρησιμοποιούν περισσότερο το διαδίκτυο.
Исследование показывает, что молодые люди больше используют интернет. · The research shows that young people use the internet more.
Οι ερευνητές ξεκίνησαν μια νέα έρευνα για τις αιτίες της ασθένειας.
Исследователи начали новое исследование причин болезни. · Researchers have launched a new investigation into the causes of the disease.
Η αστυνομία διεξάγει έρευνα για τα περιστατικά της περασμένης εβδομάδας.
Полиция проводит следствие по фактам прошлой недели. · The police are conducting an investigation into last week's incidents.